ZT News 4 - шаблон joomla Форекс

 bubbles2

Ο αγώνας ενάντια στο φασισμό
είναι κοινωνικό χρέος

 

 

 

 
Monday, 08 August 2016 00:00

Ενας «Δράκος» χρειαζόταν…|| του Δημήτρη Γκιώνη

Written by 
Rate this item
(0 votes)

«Είμαστε στο περιθώριο της ελληνικής παιδείας, κακομαθημένα παλιόπαιδα, φιλάρεσκα, ατάλαντα τις πιο πολλές φορές, θορυβώδη μικρά πιράνχας, που θέλουν να καταβροχθίσουν το βόδι που πήγε μέσα στο ποτάμι».

Είναι ο Νίκος Κούνδουρος, σε μια δήλωσή του το 1956, όταν έβγαλε τον «Δράκο», τη δεύτερη ταινία του, με την οποία πλέον κατακτούσε τον χώρο των ανανεωτών του ελληνικού κινηματογράφου, τον οποίο οι κοινωνικές και, κυρίως, πολιτικές συνθήκες είχαν καθυποτάξει σε μια ανώδυνη θεματολογία που δεν έθιγε, που δεν τολμούσε να διανοηθεί να θίξει, την καθεστηκυία τάξη. Τώρα γιατί Κούνδουρος; Επειδή συμπληρώνονται 60 χρόνια από την εμφάνιση του «Δράκου» από τον ηλικίας 30 ετών τότε και, άρα, 90 φέτος (στις 15 του ερχόμενου Δεκεμβρίου) από τη γέννηση του σκηνοθέτη.

Ηταν το 1954 όταν επέλεξε το σινεμά -επιλογή που του προέκυψε όντας εξόριστος μαζί με άλλα «μιάσματα», όπως ο Μάνος Κατράκης και ο Θανάσης Βέγγος, που τα... αξιοποίησε στην πρώτη του ταινία, τη «Μαγική πόλη».

Η αρχιτεκτονική που είχε σπουδάσει έπιασε τόπο και στο σινεμά.
Γράφει στο ογκώδες λεύκωμά του «Stop carre»: «Δεν κάνω κινηματογράφο για την αφεντιά μου. Οι άλλοι με νοιάζουν, των άλλων τα ντέρτια, οι καημοί, οι δυστυχίες, οι έρωτες, οι θάνατοι»

Οι άλλοι όμως ποσώς σκοτίζονταν τότε για τις επιλογές του.

Με εχθρότητα έγινε δεκτός «Ο Δράκος» (όπως άλλωστε και η «Μαγική Πόλη»).

Γράφει στο «Stop carre»: «Μπήκα κρυφά στις αίθουσες όπου παιζότανε “Ο Δράκος”, στο “Ρεξ”, στο “Αττικόν”, κι άκουσα τα σφυρίγματα και τις ειρωνικές φωνές του κόσμου, που ένιωθε εξαπατημένος. Περίμενα να τους δω να βγαίνουν και κάποιοι μου σφίξανε σιωπηλά το χέρι. Τότε έμαθα μια κι έξω, πως εγώ κι αυτό το άγνωστο πλήθος δε θα ’χαμε ποτέ καλές σχέσεις».

«Αίσχος»!

Ανάλογη και η συμπεριφορά της κριτικής (ξεκλέβω από το βιβλίο του Γιάννη Σολδάτου «Οδύσσειες σωμάτων - στο έργο του Νίκου Κούνδουρου», εκδ. Αιγόκερως, 2007):
«Μια κακή ταινία, ψεύτικη, φτιαχτή, γεμάτη υπερβολή. Είναι ασύλληπτο τι γίνεται σ’ αυτόν τον εξογκωμένο και πλαστογραφημένο υπόκοσμο, όπου οι λαϊκοί ήρωες πίνουν ο ένας το αίμα του άλλου. Μόνο μια αρρωστημένη φαντασία και ένας καλλιτέχνης που θέλει να καταπλήξει με την υπερβολή, είναι δυνατόν να διανοηθεί και να παρουσιάσει τέτοια τέρατα. Κρίμα, κρίμα, κρίμα». (Αχ. Μαμάκης, «Εθνος»).
«Αποτελεί, χωρίς άλλο, αίσχος για τη χώρα μας το γεγονός ότι θα εκπροσωπηθεί η κινηματογραφική μας παραγωγή στο Φεστιβάλ της Βενετίας με τη γνωστή ταινία “Ο Δράκος” - την αποθέωση δηλαδή του μπουζουκιού [σ.σ. η μουσική ήταν του Μάνου Χατζιδάκι], του υπόκοσμου, του σαλταδορισμού και της ασυναρτησίας. Δεν υπάρχει, τέλος πάντων, κανένας αρμόδιος να συγκινηθεί;» (Κώστας Σταματίου, «Αυγή»).
«Αυτή η ταινία, απίθανος και τραβηγμένη από τα μαλλιά, καθίσταται εντελώς γελοία, και δεν ηξεύρει κανείς τι πρώτον και τι ύστερον να οικτήρη εκεί μέσα» (Αδωνις Κύρου, «Εστία»).

Η αντίστροφη -θετική- μέτρηση άρχισε με τη συμμετοχή της ταινίας στο Φεστιβάλ Βενετίας.

Εκεί συναντάμε κριτικές όπως αυτή: «Πολλές σκηνές σ’ αυτό το περίεργο φιλμ αποδεικνύουν πως η Ελλάδα βρίσκει στο πρόσωπο του Νίκου Κούνδουρου έναν σκηνοθέτη με απεριόριστες δυνατότητες» (The Times, Λονδίνο) και άλλες με παρεμφερείς χαρακτηρισμούς.

Εγκώμια

Γράφει ο Σολδάτος: «Και μετά, σιγά σιγά, στο πέρασμα του χρόνου, όλα αλλάζουν. Ο Σταματίου που τόσο σκληρά, δεν λέω αβασάνιστα, αφού ήταν δέσμιος μιας αριστερής λογικής, επιτέθηκε στην ταινία όταν πρωτοπροβλήθηκε, σε κείμενό του στα “Νέα”, μιλάει για “Ανάσταση του 'Δράκου'”. Ο Κούνδουρος πρόδρομος του νέου κύματος».

Κι από κοντά ομοβροντία εγκωμιαστικών, πλέον, κριτικών.

Ενδεικτικά:
«Ο “Δράκος” είναι ένας πραγματικός άθλος για τον ελληνικόν κινηματογράφον» (Κατίνα Παξινού).
«Ο “Δράκος” πηγαίνει πολύ μακρύτερα και πολύ βαθύτερα από όποια άλλη ελληνική ταινία. Για πρώτη φορά ο ελληνικός κινηματογράφος κάνει ένα βήμα τόσο τολμηρό» (Μ. Πλωρίτης, «Ελευθερία»).
«Πρόκειται για μία από τις πιο ενδιαφέρουσες ταινίες που μας προσέφερε τελευταία το ευρωπαϊκό κλίμα» (Μ. Καραγάτσης).

Εκτιμώ ότι είναι περιττό να δώσω άλλα -γνωστά άλλωστε- στοιχεία για την ταινία, καθώς και για τα κατοπινά επιτεύγματα του Κούνδουρου, δεδομένου ότι το παρόν κείμενο αφορά τα 60χρονα του «Δράκου».

Οσο για τα 90χρονα του δημιουργού του, έχουμε καιρό…

Στο πλαίσιο

Πολύ (και προφανώς βαρύ) σιδερικό στη σκηνή του Ηρωδείου, για τις ανάγκες της «Κάρμεν», που παρουσίασε η Λυρική Σκηνή – η τέταρτη και τελευταία παράσταση, που πρόλαβα, το περασμένο Σάββατο. Σύγχρονη, με έμφαση στο προσφυγικό, ήθελε την όπερα του Μπιζέ ο Αγγλος σκηνοθέτης Στίβεν Λάνγκριτζ. Εξ ου και οι σιδερένιες περιφράξεις, οι συνοριακοί φύλακες, η σύγχρονη ένδυση, τα πορτοκαλί σωσίβια και οι απεγνωσμένες προσπάθειες των φυγάδων να περάσουν τα σύνορα. Ξάφνιασμα ίσως για μια μερίδα κοινού, που κατέκλυσε και στις τέσσερις παραστάσεις το ρωμαϊκό θέατρο, αλλά ενθουσιώδεις τελικά οι αντιδράσεις του, που σημαίνει ότι το άγγιξε (με εξαίρεση, άκουσα, κάποιους ειδικούς που έφυγαν συγχυσμένοι). Κραταιή η μουσική του Μπιζέ, υπό τη διεύθυνση του αεικίνητου Λουκά Καρυτινού. Εντυπωσιακό εν τέλει φινάλε της γόνιμης φετινής περιόδου της Λυρικής Σκηνής, πριν μετακινηθεί προς τη νέα της στέγη στο Φάληρο. Μια και ο λόγος: Η «Κάρμεν», έχει αναφερθεί, έχει και την ελληνική εκδοχή της, που είναι η πασίγνωστη «Στέλλα» του Μιχάλη Κακογιάννη, με τη Μελίνα στον επώνυμο ρόλο. Να όμως που σε συνέντευξη που είχα πάρει από τη Λιλή Ζωγράφου για την «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» (19 Φεβρουαρίου 1992), με τίτλο «Η μάνα της “Στέλλας” είμαι εγώ!», υποστήριζε ότι η ταινία βασιζόταν σ’ ένα δικό της βίωμα με κάποιον «καραβανά» (από τον οποίο προφανώς γλίτωσε το μαχαίρωμα). Βίωμα που γνώριζε και οικειοποιήθηκε ο Καμπανέλλης (σεναριογράφος της ταινίας), με τον οποίο συνυπηρετούσε σε μια δημόσια υπηρεσία. Ο Καμπανέλλης, εν ζωή τότε, ούτε επιβεβαίωσε ούτε διέψευσε.
ΚΑΙ… Δεν είναι απαραίτητο να συμφωνούμε σε όλα.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Read 392 times